Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013


Κάθομαι στην άκρη μιας μικρούλας λίμνης, όσο ένας στεναγμός, και παρακολουθώ προσεχτικά τους κύκλους που χάνονται στην ακτή, αναλογιζόμενος με σπαραγμό τη μαύρη μικρή πέτρα που είχα ρίξει πριν από λίγα λεπτά...Μικρός ο χρόνος και τα ανομήματα... των πουλιών και των ανθρώπων...και κάπου εκεί γέρνω για να ονειρευτώ την κυρά των αμπελιών, τη στίλβουσα χαίτη που κυμάτιζε πριν από αιώνες, τη σαρκοφάγο της απουσίας, τη χαίνουσα πληγή της αιωνιότητας...Σεισμοί με συνταράσσουν όπως ακροβολίζομαι στο παρελθόν. Απέραντα κύματα με καταπίνουν, με αφήνουν ολόστεγνο, όπως ένα κουρέλι στην έρημο...Το πρωί λέω να φορέσω ξανά τη φορεσιά του βεδουίνου και να απλωθώ μαζί σου στο σβησμένο από την αμμοθύελλα μονοπάτι των αγγέλων. Εκεί που τα λάθη συγχωρούνται με απλοχεριά να δώσουμε ένα καινούργιο όνομα στην αλήθεια, στα όνειρα που φοράμε κατάσαρκα και να φύγουμε με ένα σημάδι ανεμελιάς χαραγμένο στα χείλη...Επιτύμβιο λάβαρο για όλα τα ταξίδια της ζωής που δεν έχει όνομα, δεν έχει τέλος, δεν έχει αύριο...

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012





Ένα σκαμνί αδειανό. Μια θάλασσα έρημη. Μια αγάπη χαμένη. Σ’ αυτό το φθινοπωρινό τοπίο υψώνεται το προσωπείο του φόβου. Μα εσύ δεν βλέπεις. Δεν ακούς την τρομοκρατία των αισθημάτων. Δεν αγγίζεις την εκπυρσοκρότηση της μελαγχολίας. Δεν υπάρχεις δίπλα μου. Δεν υπάρχω μέσα σου. Δεν ανταμώνουμε πια στα μονοπάτια της αναζήτησης. Γιατί πώς να στο πω. Είναι που η ανεξίτηλη μοναξιά δεν με γράφει πουθενά. Είναι  τα καλοκαίρια που πέρασαν ανέραστα. Αυτή η πικρή γεύση της αμφιβολίας. Είναι που πρέπει να προχωρήσουμε πάλι σε αναλύσεις. Να συνθέσουμε τα οράματά μας. Τις ελπίδες. Τις πίκρες μας. Να δρασκελίσουμε το ερμητικό κατώφλι του χρόνου. Να προσπεράσουμε το Χθες, το Σήμερα, το Αύριο. Είναι που πρέπει να θηλάσουμε την ερημία του Έρωτα. Να ξαναστήσουμε τους αδριάντες των ιδεών μας. Τώρα που τα παρασέρνει ο θυμωμένος χείμαρρος των ημερών. Είναι που μ’ έχεις ποτίσει το αδυσώπητο μαχαίρι της ταπείνωσης. Και που φεύγεις συνέχεια. Εσύ, αυτή, όλοι. Που δεν μένει τίποτα ορθό. Τριμμένη άμμος που δραπετεύει απ’ τις χούφτες μου ο Έρωτας. Μελαγχολικό απομεσήμερο η Αγάπη.
Κι όμως πρέπει να αναλύσουμε τα πολύπλοκα όνειρα. Να βρούμε που αρχινάει η ζωή. Που τελειώνει ο θάνατος. Να κληρονομήσουμε επιτέλους ένα στόχο. Γιατί αύριο ξεκινάμε για το μεγάλο ταξίδι και δεν μας θυμίζει τίποτα πως περάσαμε μονάχοι και έρημοι σ’ αυτό τον ορυμαγδό των αισθημάτων, στα χρηματιστήρια της ηδονής, στις βρώμικες αλκοολικές νύχτες. Πρέπει να τελειώνουμε λοιπόν.
Καθένας μονάχος του να ονειρεύεται ακρογιαλιές, επιθυμίες, παλινορθώσεις. Μονάχος του να πλάθει σκιρτήματα, οάσεις, ευαισθησίες. Εγώ δεν μπορώ πια. Ο,τι ήταν να κρύψω τα χάρισα. Ο,τι ήταν να διώξω το κράτησα. Και τώρα καλπάζω σ’ άλλους ωκεανούς, σ’ άλλους κρυψώνες ανεξάντλητους. Άλλες νύχτες λεηλατούν το παρελθόν μου, τον ύπνο μου. Εμένα τον ίδιο…

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Πρακτικός άνθρωπος

Ομολογώ πως κι εγώ είμαι πρακτικός άνθρωπος.
Αποφεύγω όσους με αγαπάνε.
Στρέφω το βλέμμα απ’ τα ευωδιαστά λουλούδια.
Δε συνομιλώ  με πόρνες του δρόμου που εκλιπαρούν για ένα κομμάτι σιωπής.
Δε μοιράζομαι ψίχουλα με πληγωμένα σπουργίτια
Ούτε μ’ αγγίζουν πορφυρά ηλιοβασιλέματα.
Τακτοποιώ με αυταπάρνηση τις αναμνήσεις μου
Πετάω στα σκουπίδια τις περιττές στιγμές
Σκίζω κάποιες φωτογραφίες ρυτιδιασμένες από το χρόνο
Διαγράφω ερημικά βράδια και  άχρωμες ημέρες  
Σβήνω τα ίχνη μου αφού πλέον περπατάω συνέχεια
Διώχνω τον δίδυμο ίσκιο που ακροβολίζεται στην ψυχή μου.
Επιλέγω να είμαι ασκητής σε μια κόλαση απάνθρωπη γεμισμένη με χλωμά τριαντάφυλλα . Μαζεύω  τη στάχτη που πέφτει το φθινόπωρο στις πολιτείες και πυρπολεί τα σωθικά  Κρατάω στο  χέρι ένα ευαίσθητο δρεπάνι για να θερίζει τα λογικά μου.
Είμαι πρακτικός άνθρωπος.
Δεν διαβάζω ποτέ το ίδιο βιβλίο.
Ούτε δίνω όνομα στα φιλιά έτσι που περνούν αδιάφορα από τα χείλη.
Κι αν λιγοστές φορές κάποια κλαδιά της νύχτας μου ψιθυρίζουν το όνομά σου τα παραμερίζω ευγενικά.
Το φάντασμά σου στέκεται στην άκρη του δρόμου μα δεν έχει πρόσωπο.
Δεν αποκρυπτογραφώ τις πράξεις μας.
Ούτε  γιατί περίμενα όλα αυτά τα χρόνια.
Κάνω delete στη μνήμη.
Μαθαίνω να ακούω τις φυλλωσιές των δέντρων.
Δίνω βάση στα λόγια των άλλων.
Αφουγκράζομαι την αγωνία του συντρόφου μου.
Κλαίω με συντριβή για τα δικά μου λάθη.
Για όλες τις εποχές που δε διδάχτηκα πόσο απλή είναι η επικοινωνία.
Πόσο αδυσώπητα κοντά η αλήθεια. 
Μα δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος.

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Το αύριο πέθανε χθες...


"Το αύριο πέθανε χθες. Αυτό ήρθα προπάντων να σας πω", ψιθύρισε ο εξάγγελος. Βουβοί τον ακούγαμε, με κουρελιασμένες σημαίες, κατεβασμένα χέρια και συντριμμένα όνειρα. Ακόμα και τότε, μέσα στη φυγή, τους ολολυγμούς, τα σιδερικά που τα σήκωνε ο άνεμος, τα λόγια που μετεωρίζονταν στον ορίζοντα, τα φιλιά που απόμειναν στα παγωμένα χείλη, ακόμα και τότε, ένα μόνο αηδόνι γύρισε να αντικρίσει την καταστροφή. Ούτε ο Λωτ, ούτε οι γενιές που ξεχάστηκαν στους αιώνες των αιώνων δεν θα τολμούσαν...Τους αφήσαμε να μας ορίζουν...

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

Ανώνυμε ασφαλίτη


"Σύντροφε" ασφαλίτη ανώνυμε Α’
Προβοκάτσια είναι να στέλνεις ξανά ένα κόσμο που ζυμώνεται στους καναπέδες. Προβοκάτσια είναι να παίζεις το παιχνίδι των αφεντικών, που υποτίθεται πολεμάς. Προβοκάτσια είναι σκοτώνεις αθώους. Δειλία είναι να κρύβεσαι πίσω από τα κορμιά δεκάδων χιλιάδων για να σπάσεις μια βιτρίνα και –να το σημειώσω-πάντα με ΟΛΟΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ βαριοπούλα. Που στην «έφοδο προς τον ουρανό» δεν είναι μόνο οι τράπεζες, αλλά και τα βιβλιοπωλεία και τα μαγαζάκια όλων εκείνων που χρωστάνε τα μαλλιοκέφαλά τους στο γαμημένο σύστημα.
Θέλεις να παίξεις για άλλη μια φορά το παιχνίδι «κλέφτες και αστυνόμοι»… Πήγαινε στους δρόμους μόνος ή με τους υπερεπαναστάτες συντρόφους σου και μην αφήσεις κεφάλι μπάτσου στη θέση του. Κάψε, βάλε φωτιά στα όνειρά σου, πέρνα στην άλλη όχθη με το κεφάλι ψηλά, μα όχι με ασπίδες αυτούς που δεν ακολουθούν την δική σου πρακτική. Κι αν ανοίξεις εσύ κι οι όμοιοί σου το δρόμο για ένα άλλο κόσμο χωρίς καταπίεση και αφεντικά, ένα κόσμο που θα κυκλοφορούν οι ιδέες και η φαντασία,  να το ξέρεις πως θα γίνουμε εκατομμύρια. Μα τώρα κάτσε στην άκρη, διάβασε, ακόνισε τη σκέψη σου, σκέψου ότι ο κόσμος θέλει να τα αλλάξει όλα και δεν τον αφήνεις ΕΣΥ, επειδή με τον τρόπο σου υπηρετείς το ΣΥΣΤΗΜΑ. Που ήσουν προχτές για να συμπαρασταθείς στα παιδιά που έπιασαν και βρίσκονταν στα δικαστήρια; Μαλακιζόσουν ή έπαιρνες εντολές από την ΕΥΠ. Που ήσουν χτες που γινόταν η δίκη; Στο ίδιο μέρος για να συντονίσετε τις επόμενες κινήσεις σας. Προχτές μόνο μια κοπέλα βρέθηκε στην Ευελπίδων και ευτυχώς χτες εμφανίστηκαν σαράντα αλληλέγγυοι που πίστευαν στη συντροφικότητα.
Θα σου πω και κάτι άλλο: Μπορεί να καταρριφθεί η συνωμοσία των μυστικών δυνάμεων και να  πιάσουν εσένα και κάποιους άλλους ηλίθιους για τα τρία απανθρακωμένα κορμιά στη Μαρφίν τον περσινό Μάη. Γιατί αν δεν το είχες κάνει , ούτε Μνημόνιο θα πέρναγε ούτε στην άβυσσο θα βρίσκονταν σήμερα οι κολασμένοι μισθωτοί και συνταξιούχοι. Παίξε λοιπόν το παιχνίδι τους και πέσ’ το φωναχτά: Είμαι προβοκάτορας. Έμμισθος ,αν είσαι επαγγελματίας. Άμισθος, αν είσαι ηλίθιος. Η ρίξε το φταίξιμο στους άλλους  και κάρφωσε το λαό, όπως το συνηθίζεις, λέγοντας «Ζήτω ο προβοκάτορας λαός». Αν δεν το καταλάβεις έγκαιρα τι ακριβώς είσαι , σπάσε το κεφάλι σου με τη βαριοπούλα. Και ζήτα να σου δώσουν καινούργια, όχι μεταχειρισμένη…

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Νεόπτωχοι ονειρευτές του χρόνου

«Καμιά φορά είναι καλοκαίρι/ κι έχω ήλιους να κοιτώ και θάλασσες…»


Ψάχνω στο λεξικό. Δεν βρίσκω άκρη στις ερμηνείες. Χρόνος, διακοπές, φτώχεια, πετρέλαιο, χρήμα, στατιστικές εναλλάσσονται. Καταιγίδες ανοιξιάτικες.
Το «υγρόν πυρ» έβαλε φωτιές στις τσέπες, στις αγορές , στα όνειρα. Ο πανικός ελλοχεύει, καθώς αδυνατούμε να προσφέρουμε εναλλακτικές λύσεις, δέσμιοι της αλόγιστης ουτοπίας. Ο χρόνος σε συνάρτηση με το χρήμα, καταντούν αρρωστημένο δόγμα. Ο χρονοαποταμιευτήρας της καθημερινότητας γεμίζει με τον κλεμμένο χρόνο των παιδιών, των φίλων, των αγαπημένων προσώπων. Όσα κι αν είναι τα αγαθά που κατέχουμε, τα κινητά και τα ακίνητα, όσες κάρτες κι αν στριμώχνονται στο πορτοφόλι  για  να μας δώσουν την παγιδευτική ευκαιρία της συμμετοχής σε έναν πλαστικό και πλαστά πλούσιο κόσμο, κατά βάθος είμαστε φτωχοί. Πιο σωστά νεόπτωχοι. Γιατί οι παλαιότεροι είχαν την «πολυτέλεια» να μοιράζονται το στεναγμό τους. Εμείς μοναχικοί καβαλάρηδες ενός άπιαστου χρόνου που κυκλοφορεί με το ψευδώνυμο «ελεύθερος».
Κι εδώ έρχεται η δεύτερη παγίδα. Αυτή των διακοπών. Έτσι νομίζουμε. Γιατί οι οικείοι εμάς ζητούν και αυτό το σφραγισμένο λόγο που σπάνια βγαίνει από το στόμα μας. Προσωπική είναι η ανάγκη για χαλάρωση και δια-κοπή της μιζέριας. Επειδή δεν κατανοούμε πως δεν μας λείπει ο χρόνος που θα μετατραπεί σε χρήμα, αλλά ο χρόνος που θα τον μοιραστούμε δίχως το άγχος του ρολογιού. Ο χρόνος της προσφοράς. Κι αν αυτό το καταλαβαίναμε θα είμαστε ευτυχισμένοι στη βεράντα του σπιτιού, απαλλαγμένοι από το δόκανο της εσωτερικής τσιγκουνιάς. Θα είμαστε πλήρεις πάνω σε μια απλή πέτρα που μιλάει και σωπαίνει για αιώνες.
Ας θυμηθούμε ότι και με τους παιδικούς φίλους που τυχαία συναντιόμαστε στο δρόμο, δίνουμε την υπόσχεση να «βρεθούμε κάποια στιγμή», μέσα από τις τυπολογίες «χαθήκαμε βρε παιδί μου» ή «μια άλλη φορά» που δεν έρχεται.
Ξεχάσαμε τους γραμματικούς χρόνους. Ενεστώτας, Παρατατικός, Αόριστος, Μέλλοντας. Μπερδεύουμε τις υποσχέσεις με τις εποχές. Το σήμερα με το χτες. Το αύριο με το παρελθόν. Εν  τέλει λείπουμε  απ’ αυτό που ζούμε. Δεν είμαστε μέσα στο βίωμά μας.  Παρατηρητές, θεατές, απειλούμε τη στιγμή, κυνηγώντας την  επόμενη. Βάζουμε τις στιγμές να συνωμοτήσουν, να σμίξουν σ΄ έναν αθέατο χρόνο αφήνοντας ξεκρέμαστο το τώρα. Μα δεν είναι αλήθεια πως όλες οι δυστυχίες πηγάζουν από την ανεξήγητη αγωνία για την αιωνιότητα;  Μήπως δεν είναι ο έμφυτος φόβος μας για το θάνατο; Μήπως οι παλιές πληγές, μοιραία, δεν θα ψηλαφηθούν κάποτε; Δεν θα υπάρχουν πάντα εκείνες οι στεντόρειες φωνές να θυμίζουν τους ακατάπαυστους πανώριους άνεμους των τροπικών στην ψυχή μας; Πως χάσαμε το μέτρο της ζωής;
Ας θυμηθούμε τον Ίρβινγκ Γιάλομ που προειδοποιεί πως «αρκεί να σταματήσουμε να ελπίζουμε σε ένα καλύτερο παρελθόν» για να διασώσουμε το μέλλον μας.
Δημήτρης Τσιπούρας

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Αυτοχθονία αμώμου συλλήψεως



Στις παραδόσεις των Ελλήνων, μας πληροφορούν τα φιλοσοφικά λεξικά, ήταν πλατιά διαδεδομένη η αντίληψη του αυτοχθονισμού. Η πεποίθηση , δηλαδή, ότι ορισμένες φυλές ξεφύτρωσαν από τη γη, που ύστερα την έκαναν πατρίδα τους, ενώ άλλες μετακινήθηκαν και έχασαν την προνομιακή σχέση τους.
Αθηναίοι ρήτορες και συγγραφείς συνδέουν συχνά τις αφηγήσεις τους για την αυτόχθονη γέννησή τους με το αίσθημα της ευγενικής τους καταγωγής, ενισχύοντας κατά κάποιο τρόπο την άποψη του Πρωταγόρα για δημιουργία πλασμάτων κάτω από την επιφάνεια της γης, όπου χθων είναι η γη.
Πριν τους Αθηναίους και οι Αρκάδες ισχυρίζονταν πως υπήρχαν πριν τη γέννηση της σελήνης και γι’ αυτό αυτοαναγορεύτηκαν προσεληνήτες. Ο μύθος της αυτοχθονίας, για τους κατοικούντες την Αττική γη, περιέλαβε τον Κέκροπα, αλλά κυρίως τον Ερυχθόνιο, που ήταν κι αυτός αυτόχθονας και διφυής, όπως και ο Κέκροπας. Μητέρα του, σύμφωνα με τη μυθολογία, ήταν η Γη, πατέρας του ο Ήφαιστος και γεννήθηκε με έναν περίεργο τρόπο.
Ο Ήφαιστος μόλις είδε την Αθηνά, ένιωσε δυνατή ερωτική επιθυμία και θέλησε να ενωθεί μαζί της. Η θεά, που αισθανόταν αποστροφή για την ερωτική πράξη, τον απέκρουσε κι έφυγε, ενώ εκείνος την ακολουθούσε με δυσκολία. Κάποια στιγμή την πρόφτασε. Η Αθηνά τον κτύπησε με το δόρυ της, αλλά το σπέρμα του Ήφαιστου έπεσε στο πόδι της. Τότε η θεά πήρε μια τούφα μαλλί, σκούπισε το πόδι της και το πέταξε στη Γη, που γονιμοποιήθηκε και γέννησε ένα αγόρι που το ονόμασαν Εριχθόνιο (από το έριο = μαλλί και χθων = γη). Ο Εριχθόνιος, αυτοφυής, ατόφιος, «καθαρός», ανέτρεψε τον Αμφικτύωνα και βασίλεψε στην Αθήνα, 3.500 χρόνια πριν.
Υπήρχαν, βέβαια, και οι βάρβαροι. Για αυτούς, ακριβώς, φτιάχτηκε η παράδοση με τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα, οι οποίοι, μετά τον κατακλυσμό, πέταγαν πέτρες - "λίθινο γόνο" λέει ο Πίνδαρος και από τις πέτρες ξεφύτρωναν οι διάφοροι λαοί... Το ζήτημα φιλοσοφικά αναλύθηκε από εκλεκτούς επιστήμονες, όπως, τελευταία, ο Μαρσέλ Ντιτιέν, που επεκτείνεται στον Θηβαϊκό κύκλο,  για να καταδείξει την ευπρέπεια , αλλά και την ετερότητα του μύθου. Ποιοι, δηλαδή, είναι αυτόχθονες σε κάθε τόπο και ποιοι κάτοικοι, ξένοι, επισκέπτες. Ας αφήσουμε, για λίγο την Αθήνα των φιλοσόφων, των ρητόρων και των ποιητών.
Γιατί, όλοι είμαστε ξένοι στον τόπο μας. Με την έννοια ότι αποτελούμε τα προϊόντα μιας απίστευτης ανακύκλωσης γονιδίων από όλες τις γωνιές της γης, από όλες της κόγχες της ιστορίας της. Δεν γεννηθήκαμε, όπως αναφέρει ο Λουκιανός για τους Αθηναίους «καθάπερ τα λάχανα». Από την άποψη αυτή, οι μόνοι που δικαιούνται να αισθάνονται σαν στο σπίτι τους, σχολιάζει ο συνάδελφος Κ. Κιμπουρόπουλος, στον «Κόσμο του Επενδυτή» είναι οι Αφρικανοί, όσους, τουλάχιστον, η πείνα, η υπανάπτυξη, το AIDS, οι εμφύλιοι, η αποικιοκρατία, οι ιεραποστολές, η λεηλασία των φυσικών πόρων από τους «εκσυγχρονιστές» της Μαύρης Ηπείρου δεν τους διώχνουν από τα ενδιαιτήματά τους. Όλοι οι άλλοι είμαστε σταγόνες από τον χυλό που παρήγαγε το μίξερ της ιστορίας και κατά συνέπεια «ξένοι στον τόπο τους». Οι άνεργοι που  προστίθενται στην οδυνηρή εφεδρεία της απασχόλησης, οι απόφοιτοι που δεν θα εισαχθούν στα πανεπιστήμια, οι μικροεπιχειρηματίες που τους ξεβράζει η κρίση, οι αγρότες που πρέπει να πουλήσουν τη γη τους, οι νέοι που δεν έχουν αύριο…
Δημήτρης Τσιπούρας